Σύμφωνα με την προφορική παράδοση, ο πρώτος Ελληνας που έφτασε στην Αυστραλία ήταν κάποιος Δαμιανός Γκίκας, που μεταφέρθηκε στο Sydney ως κατάδικος το 1802. Λέγεται ότι ο Γκίκας ήταν Υδραίος καπετάνιος, συνελήφθη άδικα σαν πειρατής από ένα εγγλέζικο πολεμικό και καταδικάστηκε σε εξορία στην Αυστραλία. Ωστόσο, η ιστορία αυτή δεν μπορεί να επιβεβαιωθεί με σιγουριά, αφού δεν υπάρχει τίποτα σχετικό στα αρχεία της Αυστραλίας ή της Ελλάδας. Σύμφωνα με κάποια δημοσιεύματα αυστραλιανών εφημερίδων της δεκαετίας του ...1820, οι πρώτοι Έλληνες έφτασαν στο Σύδνεϋ το 1803! Άλλα δημοσιεύματα (το 1947 στη Βραδυνή, το 1962 στο περιοδικό Πάνθεον και το 1972 στα Υδραϊκά Νέα) κάνουν λόγο για διάφορους Έλληνες που φέρονται να έφτασαν στην Αυστραλία λίγο αργότερα. Δηλαδή μεταξύ 1803 και 1820. Οι επόμενοι Έλληνες που έφτασαν στην πέμπτη ήπειρο ήταν 7 Υδραίοι ναυτικοί που συνελήφθηκαν από το Βασιλικό Βρετανικό Ναυτικό για πειρατεία και στάλθηκαν στην Αυστραλία ως κατάδικοι το 1829. Όπως και οι περισσότεροι Ευρωπαίοι, οι πρώτοι Έλληνες που αποίκισαν την Αυστραλία ήταν βαρυποινίτες, οι οποίοι εξορίστηκαν από τις βρετανικές αρχές περίπου ως δούλοι στη μακρινή ήπειρο γλιτώνοντας τα χειρότερα, δηλαδή την εκτέλεση. Αυτοί οι πρώτοι Έλληνες άποικοι ήταν επτά ναυτικοί που στάλθηκαν σιδηροδέσμιοι από την κυβέρνηση της Αυτής Μεγαλειότητας στην Αυστραλία τον Αύγουστο του 1829, μετά την καταδίκη τους για πειρατεία. Ηταν το πλήρωμα της σκούνας "Ηρακλής" που είχε κουρσέψει το βρετανικό εμπορικό μπρίκι "Αλκηστη" στις 29 Ιουλίου 1827 έξω από τη Μάλτα. Πλοίαρχος του ελληνικού πλοίου ήταν ο Αθηναίος Αντώνης Μανώλης, και το πλήρωμά του αποτελούσαν οι Υδραίοι Δαμιανός Νινής, Γκίκας Βούλγαρης, Γεώργιος Βασιλάκης, Κωνσταντίνος Στρουμπούλης, Νικόλαος Παπανδρέου και Γεώργιος Λαρίτσος. Από τους Βρετανούς είχαν πάρει το μεγαλύτερο μέρος του φορτίου τους (πιπέρι, σκοινιά, σκεύη, θειάφι), χωρίς να πειράξουν τους ναυτικούς. Δυο μέρες αργότερα, η ελληνική σκούνα έπεσε πάνω στο γρήγορο βρετανικό πολεμικό Gannet, το οποίο εκτελούσε περιπολίες στα νότια της Κρήτης.
Με τον έλεγχο, ανακαλύφτηκε η πειρατική λεία, και ο "Ηρακλής" οδηγήθηκε με το ζόρι στη Μάλτα. Εκεί οι έμποροι που είχαν προμηθεύσει την "Αλκηστη" αναγνώρισαν την πραμάτεια τους. Λίγες μέρες αργότερα επέστρεψε και το ίδιο το βρετανικό πλοίο στη Μάλτα και οι ναυτικοί του αναγνώρισαν τους πειρατές. Από εκείνη τη στιγμή αρχίζει η οδύσσεια των επτά νεαρών Ελλήνων. Σε πέντε μήνες οδηγούνται στο ειδικό δικαστήριο της Μάλτας, όπου προεδρεύει ο αντιναύαρχος σερ Εντουαρντ Κόνδριγκτον. Τραγική ειρωνεία. Ο Κόνδριγκτον είναι βέβαια ο γνωστός ναύαρχος του αγγλικού στόλου, κατά τη ναυμαχία του Ναβαρίνου, που έσωσε την ελληνική επανάσταση τέσσερις μόλις μήνες νωρίτερα. Αλλά ο Κόνδριγκτον δεν είχε καμιά ιδιαίτερη συμπάθεια στους Έλληνες και πολύ λιγότερο στους Έλληνες πειρατές. Είχε στείλει πέντε φορές έγγραφες διαμαρτυρίες προς την ελληνική επαναστατική ηγεσία και την είχε επισκεφτεί στο Ναύπλιο, ζητώντας την περιστολή της πειρατείας, απειλώντας να πάρει μέτρα. Στη δίκη, πάντως δυσκολεύτηκε να καταδικάσει το πλήρωμα του "Ηρακλή". Οι ένορκοι (τρεις Άγγλοι, τρεις Μαλτέζοι, τέσσερις Σικελοί, ένας Ισπανός και ένας Γάλλος) είχαν επηρεαστεί από την περιγραφή της επαναστατικής κατάστασης στην Ελλάδα και από το γεγονός ότι το πλοίο που υπέστη την πειρατεία κατευθυνόταν προς ένα εχθρικό για τους Έλληνες λιμάνι (την Αλεξάνδρεια). Τελικά οι θανατικές καταδίκες που επιβλήθηκαν δεν ήταν δυνατόν να εκτελεστούν. Το Λονδίνο αποφάσισε την μετατροπή των ποινών σε καταναγκαστικά έργα στην Αυστραλία. Στο Σύδνεϋ οι επτά Έλληνες ορίστηκαν υπηρέτες των αποικιακών αρχών. Δεν υπάρχουν πολλά στοιχεία για τη δράση τους στην Αυστραλία, όμως κάποιες πηγές μας οδηγούν στο συμπέρασμα ότι πολύ γρήγορα αξιοποιήθηκαν οι ιδιαίτερες γνώσεις τους στην οινοποιία. Τελικά, το 1836, με βασιλική απόφαση, δόθηκε χάρη στους επτά ναυτικούς. Ήδη από το 1834, μετά την κήρυξη της ελληνικής ανεξαρτησίας, και κατόπιν ενεργειών των Υδραίων συγγενών τους, κινήθηκε η ελληνική διπλωματία για τον επαναπατρισμό των επτά. Την υπόθεση ανέλαβε προσωπικά ο Σπυρίδων Τρικούπης, και τελικά επιτεύχθηκε ελληνοβρετανική συμφωνία για την πλήρη απαλλαγή των ναυτικών και τη μεταφορά τους στην Ευρώπη. Η Ελλάδα υποχρεώθηκε μόνο να καταβάλει τα έξοδα της μεταφοράς: 4.921 δραχμές. Από τους επτά οι πέντε επέλεξαν να επιστρέψουν. Οι δυο που αποφάσισαν να παραμείνουν στην Αυστραλία και να πάρουν τη βρετανική υπηκοότητα ήταν ο Αντώνης Μανώλης και ο Γκίκας Βούλγαρης. Για τον πρώτο δεν είναι γνωστό παρά μόνο ότι εργάστηκε ως κηπουρός και πέθανε το 1880. Ο Βούλγαρης, όμως, είχε καλύτερη τύχη. Αλλαξε το όνομά του σε Τζίγκερ, παντρεύτηκε μια νεαρή Ιρλανδή και έκανε δέκα παιδιά και 52 εγγόνια, στους οποίους άφησε μια μικρή περιουσία. Οι απόγονοί του φτάνουν μέχρι τις μέρες μας, έχουν, όμως, πλέον ενταχθεί στην Ιρλανδική και την καθολική κοινότητα. (ios-press). Οι ιστορίες τους αναφέρονται αναλυτικά στον πρώτο τόμο του έργου "Αυστραλοί και Έλληνες" που κυκλοφόρησε το 1992.
Πηγές:
Διαβάστε από την "Κυριακάτικη ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ" (01-10-2000), την ιστορία των πρώτων Υδραίων εποίκων της Αυστραλίας.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου