Κατά
τα χρόνια της κατάληψης της Μονής Εσφιγμένου (ή του «Σωτήρας» και κατά την τουρκοκρατία
«Σφιγμένου» και «Σιμένου»), από
τουρκικό στράτευμα (1821-32) η οσιότητα των κτισμάτων θα βεβηλωθεί, αφού θα
μετατραπούν σε χώρους στρατωνισμού, μια και η Μονή βρισκόταν στο γεωγραφικό
σημείο που συχνά ξεσπούσαν εξεγέρσεις. Η τράπεζα, ειδικά, θα μετατραπεί σε
στρατώνα, με όλα τα συνακόλουθα βαρβαρότητας των ευγενών εισβολέων. Αμέσως μετά
την αποχώρηση εκείνων η Μονή ανασυσταίνεται. Τότε επέσρεψε και ο φυγάδας
μοναχός Ακάκιος φέροντας μαζί του και τα κειμήλια της Μονής που φύλαγε στην
Ύδρα. Οι Υδραίοι, μάλιστα, έδειξαν μεγάλο ενδιαφέρον υπέρ της Μονής. Γράφουν σε
γράμμα τους (12 Ιανουαρίου 1822) ότι «... τόσον ο ηγούμενός των όσον και οι
λοιποί πατέρες με πολλήν προθυμίαν φιλογενώς εδούλευσαν το Γένος και κάθε
αρμαμέντο (= οπλισμένο πλοίο) ελληνικό εκεί έκαμε το κατάλυμα, και τέλος πολλά
υπερμάχησαν με όλας των τας δυνάμεις δια την ελευθερίαν του Γένους, και
εζημιώθησαν και εκατατρέχθησαν από τους εναντίους...».
Πηγή κειμένου και φωτογραφίας από:

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου