«Ένα κομμάτι βράχος καταμεσής στην θάλασσα, η Ύδρα του πολιτισμού, της ιστορίας, των θρύλων και των μυστηρίων...»

Δευτέρα 12 Δεκεμβρίου 2011

Οι Αλβανοί του Λαμπρυνίδη (στην Ύδρα και στις Σπέτσες)

Οι «Αλβανοί» του Μ. Λαμπρυνίδη* είναι μια από τις πρώτες απόπειρες ιστορικής σύνθεσης για τον αλβανικό εποικισμό του νοτιοελλαδικού χώρου – ή μάλλον της Αργολίδας, της Ύδρας και των Σπετσών – κατά το Μεσαίωνα. Χρονολογικά έχουν προηγηθεί οι εργασίες των Hahn [1], Fallmerayer[2], Σάθα [3], Σ. Παναγιωτόπουλου [4], Λάμπρου [5], οι σύντομες αναφορές των Σουρμελή [6], Νερούτσου [7], τα επί μέρους κεφάλαια των Παπαρρηγόπουλου [8], Gregorovius [9], Hertzberg [10], η συγγενής προς το θέμα πραγματεία του Κουπιτώρη [11] και τα άρθρα του Βάμβα [12]. Ο Λαμπρυνίδης δεν είναι επαγγελματίας ιστορικός. Είναι «πολιτευτής Ναυπλίας», περιοχής με 35 χιλιάδες Αρβανίτες (στα τέλη του 19ου αιώνα) και πραγματεύεται το ζήτημα της καταγωγής των εκλογέων του. Η «εθνολογική καταγωγή των Αλβανογενών Ελλήνων» ενδιαφέρει το «Σύνδεσμο Σπετσιωτών» που χρηματοδοτεί την έκδοση. Στις νωπές ακόμα απόψεις του Fallmerayer [13 & 14] έχει προστεθεί η μελέτη του Philippson[15]. η απάντηση του Κορύλλου [16] στον τελευταίο δεν ήταν ιδιαίτερα πειστική.    Τη χρονιά που κυκλοφορεί το βιβλίο του Λαμπρυνίδη οι εθνικοί ανταγωνισμοί στα Βαλκάνια έχουν κορυφωθεί. Το ζήτημα της διανομής των οθωμανικών βιλαετίων της Ευρώπης έχει τεθεί. Η εθνική αλβανική κίνηση αγωνίζεται για τη συγκρότηση ανεξάρτητου αλβανικού κράτους [17]. Ο συγγραφέας φαίνεται να έχει συλλάβει την πολιτική διάσταση του προβλήματος της «καταγωγής της φυλής»: οι Αλβανοί γράφει, «οι, τε εντεύθεν και εκείθεν των Κεραυνίων ορέων την Παλαιάν και Νέαν Ήπειρον οικούντες, την ποτέ Ιλλυρίδα, οι εκ της αυτής μετά των Ελλήνων εθνολογικής ρίζης, των Πελασγών, προερχόμενοι, εφ’ όσον ετήρουν την Χριστιανικήν αυτών πίστιν, την οποίαν κοινή μετά των Ελλήνων ευηγγελίσαντο, αποτέλουν απλούν γένος της αυτής ομοφυλίας, τας αυτάς έχοντες παραδόσεις και τους αυτούς εθνικούς πόθους, απλώς διακρινόμενοι εκ της επιχωριαζούσης αυτοίς μητρικής διαλέκτου» (σελ. 75-76). Η «πελασγική θεωρία» τοποθετείται έτσι σε συγκεκριμένη πολιτική βάση. Η «συγγένεια αίματος» και οι «κοινές ρίζες» Ελλήνων-Αλβανών επιταχύνουν την «συγχώνευσιν της Αλβανικής φυλής εντός της Ελληνικής», όπως έγραφε για τους υπηκόους του Ελληνικού Βασιλείου ο Παπαρρηγόπουλος [18], αιτιολογούν όμως και τις εδαφικές διεκδικήσεις αλβανοφώνων βορειοδυτικών περιοχών. Ο Λαμπρυνίδης τοποθετεί την πρώτη αλβανική εγκατάσταση στην Πελοπόννησο μεταξύ των ετών 1370-1380 επί Μανουήλ Καντακουζηνού. Στο σημείο αυτό συμφωνεί με τους περισσότερους συγχρόνους του ερευνητές. Χωρίς να το αναφέρει, αποφεύγει τη θεωρία του μεσαιωνοδίφη Σάθα, περί αλβανικού εποικισμού κατά το 7ο-8ο αι. (κάτω από το γενικό όνομα των «Αβάρων») [19], άποψη-παγίδα που αποδέχτηκαν οι Κανελλίδης [20] – Σ. Παναγιωτόπουλος και δεν απέφυγαν οι Φουρίκης [21] και Μπίρης [22] αργότερα. Παρουσιάζει επίσης ο συγγραφέας τις πρώτες αρβανίτικες οικογένειες να περνάνε, στις ερημωμένες από την πειρατεία Ύδρα και Σπέτσες, στα τέλη του 15ου αι. Ωστόσο, ο περιηγητής Francesco Grassetto χαρακτηρίζει το 1511 τα δυο νησιά «ακατοίκητους βράχους» [23]. Στο Marino Sanuto γίνεται αναφορά (Αύγουστος του 1524) για αιχμαλωσία των κατοίκων της Ύδρας από πειρατές [24]. Το 1549 ο γάλλος γεωγράφος Andre Thevet δεν βρίσκει στα νησιά ανθρώπους. Μέχρι τα μέσα του 17ου αιώνα, σύμφωνα με τη μαρτυρία του Βενετού Marco Boschini, υπήρχαν στην Ύδρα λίγα μόνο σπίτια [25]. Το βιβλίο του Λαμπρυνίδη έχει ενδιαφέρον περισσότερο σαν ιστορικός κρίκος στην ελληνική βιβλιογραφία για τους Αρβανίτες. Σήμερα, εποχή με λιγότερες εθνικιστικές-ιδεολογικές πιέσεις και μετά από έρευνες οκτώ δεκαετιών, ο αναγνώστης μπορεί να διακρίνει κενά, ελλείψεις ή ακόμα και λάθη, δικαιολογημένα όμως για μια έκδοση του 1907.Για την καταγωγή των Αλβανών και τη σχέση τους με τους Ιλλυριούς οι σύγχρονες απόψεις της αλβανικής επιστήμης διατυπώνονται στις ανακοινώσεις των AnamaliCabej και Buda [26]. Πληροφορίες για τον αλβανικό εποικισμό της Πελοποννήσου υπάρχουν επίσης στα έργα των Ζακυθηνού [27], Πούλου [28], Topping [29], Γιοχάλα [30], Βασ. Παναγιωτόπουλου [31], Ducellier [32]. Πρόκειται για μελέτες που συμπληρώνουν και διορθώνουν τις τότε προσπάθειες, όπως αυτή του Λαμπρυνίδη.
Για περισσότερα –όπως πχ οι αριθμητικές παραπομπές- αλλά και για την πηγή του κειμένου: http://lithoksou.net/print/lamprinidhis.html







Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου