«Ένα κομμάτι βράχος καταμεσής στην θάλασσα, η Ύδρα του πολιτισμού, της ιστορίας, των θρύλων και των μυστηρίων...»

Κυριακή 21 Ιουνίου 2020

Μανόλης Τσακίρης: "Από το Μέγαρο Μαξίμου στον Δοκό της Ύδρας"


Φωτο: Πόπη Μανιά -Τσακίρη
Από: κ. Μανόλη Τσακίρη συγγραφέα
ΑΠΟ ΤΟ ΜΕΓΑΡΟ ΜΑΞΙΜΟΥ ΣΤΟΝ ΔΟΚΟ ΥΔΡΑΣ
Ένα πρωινό του Νοεμβρίου του 1978, μια καλοντυμένη συντροφιά με σκούρα επίσημα ρούχα κατέβηκε από το φλάινγκ ντόλφιν στο λιμάνι της Ύδρας.
Την συνόδευε ένας ωραίος Έλληνας ευπατρίδης, ουσιαστικός φίλος της Ύδρας, που η οικογένεια του, εδώ και πενήντα χρόνια, εκπροσωπούσε σημαντικά προϊόντα της Ρωσίας και όλου του ανατολικού μπλοκ στην Ελλάδα και σε όλο τον κόσμο, ο Χαράλαμπος Βλαχούτσικος.
Ο Χαράλαμπος ήταν ο εμπνευστής της ίδρυσης των μικτών επιχειρήσεων Ανατολής και Δύσης, με την ελπίδα ότι αυτή η συνεργασία θα μπορούσε να μειώσει την ένταση μεταξύ των δύο οικονομικών συστημάτων.
Υπήρξε αιρετό μέλος του πρώτου Διοικητικού Συμβουλίου του ιστορικού Συλλόγου Οικολόγων Ύδρας. Στο ίδιο συμβούλιο ήταν επίσης μέλος ο Υδραίος από μητέρα, πρέσβης Κωνταντίνος Μπίτσιος, σήμερα αντιπρόεδρος του ΣΕΒ, γιός του φωτισμένου διπλωμάτη, Υπουργού Εξωτερικών και έμπιστου του αείμνηστου Κωνσταντίνου Καραμανλή, Δημητρίου Μπίτσιου.
Ο Χαράλαμπος λάτρευε την ιστορία της Ύδρας και ιδιαίτερα του Δοκού, 6.000 ετών, που μαρτυρούνε τα ορατά, ευτυχώς ακόμα, στοιχεία των νεολιθικών και πρωτοελλαδικών χρόνων ως την μεταβυζαντινή εποχή.
«Μανόλη μου» μου είπε, «να σου συστήσω τον Υπουργό Εμπορίου και Βιομηχανίας της Ανατολικής Γερμανίας και τον κύριο πρέσβη. Οι άλλοι δύο κύριοι είναι της προσωπικής ασφαλείας».
Εγώ, κατ’ αρχάς τρόμαξα λίγο. Αποτεινόμενος στον Χαράλαμπο, του είπα:
«Το καΐκι μου είναι στον Δοκό, αλλά μετά το χθεσινοβραδινό σου τηλεφώνημα κατάφερα να ξυπνήσω κόσμο και να βρω ένα μικρό, αλλά ασφαλές καΐκι, με το οποίο θα πάμε στον Δοκό».
«Όπως καταλαβαίνεις, Μανόλη» μου είπε, «οι άνθρωποι χόρτασαν τις επίσημες συναντήσεις, τις δεξιώσεις παρουσία του κυρίου πρωθυπουργού και άλλων επισήμων της πατρίδας μας και επιθυμούσαν κάτι άλλο απλό, ανάμεσα σε καθημερινούς ανθρώπους.

Ο υπουργός, σε άλλη συνάντηση μαζί του στην Ανατολική Γερμανία, πριν έρθει στην Ελλάδα για μια μεγάλη εμπορική συμφωνία μεταξύ των δύο χωρών, στην οποία μεσολαβητής ήμουν εγώ, μου είπε σε μια ιδιαίτερη συζήτηση που είχαμε ότι θέλει να ζήσει μερικές στιγμές με τους απλούς ανθρώπους του τόπου μας.
Τότε του μίλησα για την Ύδρα και τον Δοκό, έχοντας πάντα στον νου μου τις όμορφες στιγμές που είχαμε ζήσει, Μανόλη, μαζί, σε αυτόν τον άγιο τόπο. Του είπα ότι τους ετοιμάζω μια έκπληξη, διότι έχουμε τις ίδιες επιθυμίες, σε ένα νησάκι που δεν κατοικείται, παρά μόνον περιοδικά από ελάχιστους ανθρώπους».
Η θάλασσα ήταν γυαλί. Μόλις φθάσαμε στον Βλυχό, με παρακάλεσε να τους πω μερικά λόγια για την ιστορία του Δοκού.
«Ελάχιστα» μου λέει.
«Εντάξει. Θα τους πω μερικά πράγματα, με επικεφαλίδες ουσιαστικά».
Ο Χαράλαμπος άρχισε να μεταφράζει τα ιστορικά στοιχεία που του έδινα.
«Πριν από την Αργοναυτική εκστρατεία, πριν από τον Τρωϊκό πόλεμο, πριν ο Όμηρος γράψει την Ιλιάδα και την Οδύσσεια, στην Ύδρα και στον Δοκό ζούσαν 4.000 άνθρωποι. Έχουν σωθεί ως σήμερα πολλά στοιχεία που επιβεβαιώνουν αυτό το γεγονός. Επίσης, το 200 π.Χ., σύμφωνα με όσα γράφει στο βιβλίο του περί Μουσικής ο Διονύσιος Αλικαρνασσεύς, ένας βοσκός ονόματι Ευάγης, που σήμαινε καλός οδηγός κοπαδιών, έγραφε θεατρικές κωμωδίες».
Ο Υπουργός και ο πρέσβης έμειναν έκπληκτοι από αυτά που άκουγαν για το νησί. Όπως όλοι γνωρίζουμε, την εποχή εκείνη δεν υπήρχαν κινητά τηλέφωνα για να ειδοποιήσουμε την παρέα στον Δοκό ότι σε λίγο θα φτάσουμε. Άλλωστε, κανείς δεν το περίμενε, αφού το καΐκι μας, ένα δεκαεξάμετρο αριστούργημα, το τελευταίο σκάφος που έφτιαξε με τα χέρια του ο Συμιακός καραβομαραγκός του Περάματος, Γιώργος Ψαρρός, βρισκόταν αγκυροβολημένο στον Δοκό.
Αυτό το καΐκι ήταν το αγαπημένο σκάφος του Σκιαθίτη εφοπλιστή Αχιλλέα Φραγκίστα, από τον οποίον το αγόρασα εγώ και πολλά χρόνια αργότερα, από εμένα ο διάσημος εικαστικός καλλιτέχνης, Γιάννης Κουνέλλης.
Κάποια στιγμή φτάσαμε στον Δοκό, δέσαμε το σκάφος στον μικρό μώλο και ξεκινήσαμε να πάμε στο σπιτάκι της οικογένειας Μπούχλα.
Η έκπληξη των φίλων που συναντήσαμε εκεί, μόλις ανοίξαμε την πόρτα, ήταν μεγάλη. Όλοι ήταν φίλοι και αρχίζω να τους λέω έναν-έναν. Αρχιμάγειρας, ο δήθεν πάντα στριμμένος Αντώνης Κατσουλιέρης. Μόνος του ζύμωνε τα ψωμιά και κάθε τόσο φώναζε στους άλλους, στον Γιώργο Δασκαλάκη, τον κλειδοκράτορα του Δοκού εδώ και χρόνια, τον Λιάκο τον Βλαχάκη, που τον χάσαμε δυστυχώς πολύ νωρίς και βέβαια, τον Τάκη τον Μπούχλα.
Ο Αντώνης, παλιός ναυτικός και τότε ψαράς, δεν μπορούσε να ζήσει χωρίς γκρίνια. Κοίταγε έναν-έναν, δήθεν αυστηρά και τους έλεγε:
«Μην κοιτάτε, ρε, τα ψωμιά, γρουσούζηδες, γιατί δεν θα φουσκώσουν» Και δωσ’ του να γελάνε όλοι. Παιδιά, απλά, Υδραίικα, με ωραία αισθήματα, με εμπράγματη αλληλεγγύη που φαινότανε αμέσως στην ατμόσφαιρα.
Ο Μπούχλας ήταν αρχηγός στη σχάρα. Την είχε βάλει σε χαμηλή φωτιά και ψήνονταν τα ψάρια με μεγάλη τέχνη, μπαρμπούνια, μελανούρια, σαργουδάκια της παλάμης, ενώ το κοκκινέλι πήγαινε κι ερχότανε από το βαρελάκι που διατηρούσαμε στο μαγικό αυτό σπιτάκι.
Ο γκρινιάρης Αντώνης Κατσουλιέρης, μ’ εκείνο το καταλυτικό χιούμορ του, όταν έβαλε κάποια στιγμή έναν γερό γρέγο, είπε:
«Ρε Βλαχάκη, ρε Δασκαλάκη, πηγαίνετε από πίσω να κρατήσετε το σπίτι …γιατί το βλέπω να τσουλάει κατά τις Σπέτσες» και κα-κα-κα τα γέλια, δώσ’ του και γελούσανε με την καρδιά τους οι Γερμανοί, γιατί μετέφραζε συνέχεια ο Βλαχούτσικος.
Ωστόσο, αρχίσαμε το τραγούδι. Ο Μπούχλας με μια φωνή γεμάτη γρέζια άρχισε να τραγουδάει… 
«Πότε θα κάνουμε πανιά, να κάτσω στο τιμόνι, να δω της Ύδρας τα βουνά, να μου διαβούν οι πόνοι» 
και δώσ’ του να τον συνοδεύει με το μπαγλαμαδάκι του ο υπέροχος φίλος, μουσικός και οικοδόμος, Γιώργος Δασκαλάκης.
Και συνέχισα κι εγώ μετά, με ένα τραγούδι που αγαπώ πολύ,
«Από ξένο τόπο κι απ’ αλαργινό, ήρθε ένα κορίτσι φως μου, δώδεκα χρονώ.
Ούτε στην πόρτα βγαίνει, ούτε στο στενό, μόνο στο παραθύρι στέκει, λιγάκι να το ιδώ».
Όμως ο πανδαμάτωρ χρόνος δεν μπορεί να νικηθεί με τίποτα. Η ώρα περνούσε σαν αστραπή, όπως μια γοητευτική γυναίκα με ωραίο βάδισμα, τρυφερό βλέμμα, που βιάζονταν να δώσει φως αισιοδοξίας και αγάπης και σε άλλα σημεία της οικουμένης.
Είχαμε σηκωθεί όλοι και αρχίσαμε τις χαιρετούρες. Κάποια στιγμή γυρίζω και λέω στον Τάκη:
«Ρε Μπούχλα, έναστρη θα είναι η βραδιά η σημερινή. Πάρε την απόχη και μάζεψε μερικά άστρα να μου τα δώσεις την άλλη φορά, που Θεού θέλοντος, θα έρθω πάλι στο Δοκό».
Καθώς κατηφορίζαμε για το λιμάνι, προλάβαμε να δούμε από το παραθυράκι της ερημοκλησιάς της Παναγιάς του Δοκού, το αναμμένο καντήλι που τρεμόσβηνε, φωτίζοντας το πρόσωπο της μητέρας του Χριστού.
Ο Χαράλαμπος, από ότι μου είπε, τους μετέφραζε για τον Επιτάφιο που κάναμε μόνοι μας ελλείψει ιερέα, διαβάζοντας και ψέλνοντας από την Ιερά Σύνοψη «…ω γλυκύ μου Έαρ, γλυκύτατό μου Τέκνο, πού έδυ Σου το κάλλος;»
Ο Επιτάφιος είχε να γίνει εδώ και πενήντα χρόνια στο νησί. Ο συγχωρεμένος τσέλιγκας και κτηματίας του Δοκού, Παναγιώτη Κοτταράς, διάβασε το Πάτερ Ημών.
Στο ταξίδι της επιστροφής υπήρχε άκρα σιωπή. Θα μπορούσα να πω, παράγωγο της μελαγχολίας για την γρήγορη αναχώρηση.
Ο Χαράλαμπος Βλαχούτσικος αυτή την εποχή δίνει μια σκληρή μάχη για να παραμείνει κοντά μας . Είμαστε βέβαιοι ότι με την βοήθεια της επιστήμης και του Θεού θα βγει νικητής.
Μανόλης Τσακίρης
Συγγραφέας

Φωτο: Πόπη Μανιά -Τσακίρη

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου